Τα λόγια που λέγαμε μόνο στους Ξένους.

Θα είναι εκεί, στη γωνία. Ναι, σου λέω, εκεί ακριβώς. Σε ένα μικρό, μικρό μπουκάλι που μόλις θα γυαλίζει μες το σκοτάδι.
     Οχι, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να μην το δεις. Καμία, όχι.
     Αλλά για να το δεις θα πρέπει πρώτα να ακολουθήσεις τις οδηγίες πολύ, μα πάρα πολύ προσεκτικά:

Πάτησε πέντε ρίζες δυόσμου, τσάκισ´ τες, να βγάνουν τ´ άρωμα στα πόδια.

Κύκλωσε τρία πηγαδια, τρεις φορές, λέγοντας το τραγούδι της αράχνης συνεχώς, μέχρι να τα τελειώσεις.

Τρίψε στα μάτια σου μολόχα και στους αγκώνες λίγη λάσπη, έπειτα ένωσε τα υλικά και σφράγισε τρύπα μυρμηγκοφωλιά με κόκκινα μερμήγκια.

Λίγο πριν φτάσεις στην καγκελόπορτα κάλυψε το κεφάλι σου με μάλλινο λευκό, περπάτα δίχως να κοιτάς και δίχως να μιλήσεις, περπατά δίπλα απ´ τη μουριά και γύρω από την φτέρη.

Πάρε της πύλης το κλειδί μον´ από χέρι αφίλητο.

Ξεκλείδωσε και μπες.


Εδώ σταματούν οι οδηγίες ,ναι. Όχι, μετά δεν ξερω.

Όχι, δεν ξερω.

Όχι.

Το όνειρο που βλέπαμε κάθε βράδυ

Όλα εκείνα που δεν ζούσαμε και όμως έμοιαζαν τόσο κοντά, τόσο δίπλα μας λες και ήτανε δικά μας.
    Όλα εκείνα που όμως δεν ηταν πραγματικά δικά μας και είχαν εκείνη την ανείπωτη, αφόρητη ομορφιά.
    Όλα εκείνα, λέει, είχανε γεύση.

Είχανε τη γεύση των μεγαλουπόλεων, εκείνη την αστραφτερή, που σκάει στο στόμα όλο ευτυχία και λάμψη και γέλια. Είχανε τη γεύση πρωτοφιλητων στομάτων και λυγμών και ανάσας που κόβεται με δυόσμο. Ανάσας που κόβεται με δυόσμο και φιλιού και χεριού που έρχεται για να μείνει.
    Είχανε τη γεύση χεριού που έρχεται για να μείνει.
 
Τέτοια γεύση είχανε όλα εκείνα που δεν ζούσαμε, όλα εκείνα που καμιά φορά τα νιώθαμε δίπλα μας, σαν φαντάσματα: είχανε, λέει, γεύση.
 
Και πάλι δεν είχανε τη γεύση:
   Της θλίψης και των πόλεων του χαμού και του κάδου. Τη γεύση του βιβλίου που δεν διαβάστηκε. Δεν είχανε τη γεύση της άκρης του πεζοδρομίου που συσσωρεύει όλη την βρώμιά των παπουτσιών, όλα εκείνα τα περισσευούμενα των βιαστικών βημάτων και των αυτοποιημένων λόγων.
    Δεν είχανε, δεν είχανε τη γεύση της μεγάλης μοναξιάς: του πιο θλιμμένου τέρατος που τρύπωσε ποτέ στα υπόγεια όπου ζούνε οι άλλες, οι πραγματικές πόλεις.

Είχανε, λέει, γεύση όλα εκείνα. Όλα εκείνα που δεν ήτανε δικά μας, είχανε γεύση.

Και το όνειρο τελείωνε πάντα με βροχή.

Ιστορίες αγάπης (ΙΙΙ)

Κάποτε περπατήσαμε εδώ, όταν κρατούσαμε το χέρι εκείνο που καταύγαζε τις μέρες και τις έπλενε με ασήμι.
     Κρατούσαμε ένα χέρι και λέγαμε: να ο μεγάλος έρωτας.

Κι όταν ο έρωτας κόπηκε, τότε μόνο καταλάβαμε γιατί παλιά οι σπλαχνικοί θεοί μεταμόρφωναν τους πληγωμένους σε δέντρα, πουλιά ή ουράνια σώματα.

Εμείς, μη μπορώντας να λάμψουμε, ν' ανθίσουμε ή να πετάξουμε, ξεχάσαμε.

Κι όσο ο χρόνος διέβρωνε τη μνήμη,
     κι όσο η αγάπη πάσχιζε να τη διατηρήσει,
     χάσαμε την εικόνα του Άλλου, μάς ξεθώριασε. Και ξεθωριάσαμε κι εμείς στη θύμησή του.

Πάψαμε να είμαστε άνθρωποι, γίναμε ο ένας ο μύθος του άλλου.

Γίναμε μύθοι.