Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει

Έπειτα οι Γνώστες, οι Θεματοφύλακες και οι Κλειδοκράτορες του Τσίρκο γέλασαν ηχηρά και σταμάτησαν για λίγο για να κοιτάξουν τους άλλους που τους ονόμαζαν "ο κόσμος" και που ήταν περισσότεροι από αυτούς. Ένας, ο πιο φτενός και σβέλτος, σκαρφάλωσε επιδέξια και, με μια χορευτική κίνηση, μισάνοιξε το στενό πορτάκι στο πάνω μέρος της πόρτας.
"Τι γυρεύετε, άνθρωποι;" ψέλλισε συριστικά.

Έστεκαν όλοι, οι ακροβάτες,  οι ταχυδακτυλουργοί, τα τέρατα και οι τεχνίτες μέσα στη χιονοθύελλα, ακίνητοι, κοιτάζοντας άπληστα πίσω απ' τη τζαμαρία τις φλόγες στο τζάκι που έτρωγαν τον αέρα και τον εαυτό τους για να ζεστάνουν την Κεντρική Σκηνή.
Κάποιες μορφές ξεχώριζαν και πλησίασαν την πόρτα, κοιτάζοντας ψηλά, προς το άνοιγμα.
"Ήρθε η ώρα να φύγετε." είπαν.
"Ναι, πρόκειται για ανταρσία." είπαν.
"Ο κόσμος δεν σας θέλει" 

Έγινε για λίγο σιωπή. Μετά ο ήχος από άλλα πορτάκια να ανοίγουν, μετά κι άλλα πρόσωπα να εμφανίζονται. Οι αχνιστές ανάσες τους καθώς έβγαιναν απ' τα ανοίγματα της τζαμαρίας θύμιζαν πλοίο έτοιμο να αναχωρήσει για μακρινές θάλασσες.
"Και ποιος θα φροντίζει τη φωτιά;" ρώτησαν.
"Ή μήπως νομίζετε ότι χωράτε όλοι στην Κεντρική Σκηνή;" ρώτησαν
"Τι νομίζετε τέλος πάντων ότι εσείς μπορείτε να κάνετε διαφορετικό;"

"Δεν καταλάβατε" είπαν οι μορφές από τη χιονοθύελλα.
"Είμαστε απλά οι επόμενοι"
"Τώρα ο κόσμος θέλει εμάς"

Έπειτα τα πρόσωπα από τα ανοίγματα χάθηκαν και κανείς δεν τα ξανάδε ποτέ. Έπειτα η πόρτα της Κεντρικής Σκηνής άνοιξε μ' ένα απαλό τρίξιμο, μόλις μια ιδέα, ίσα για να τρυπώσουν οι μορφές μέσα.

Έπειτα η πόρτα έκλεισε κι οι Γνώστες, οι Θεματοφύλακες και οι Κλειδοκράτορες του Τσίρκο γέλασαν ηχηρά και σταμάτησαν για λίγο για να κοιτάξουν τους άλλους που τους ονόμαζαν "ο κόσμος" και που ήταν περισσότεροι από αυτούς.

Mousetrap

 

Κάθονταν απέναντι, μέσα στο μισοσκόταδο. Είχαν αποσώσει εδώ και ώρα την κουβέντα τους κι η ένταση τούς είχε αφήσει κατάκοπους.
"Δεν είναι ώρα να φύγεις;" τον ρώτησε.
"Ήρθε καινούρια διαταγή σήμερα. Θα μένω μαζί σου, εδώ στο ράντζο. Θα με αλλάζουν μέρα παρά μέρα."
Ο Άλλος ξάπλωσε, γυρίζοντάς του την πλάτη.

"Πόσος χρόνος πέρασε;" ρώτησε ο Δεσμοφύλακας.
"Τρεις μέρες. Δεν έχει έρθει κανένας για σένα."
"Θα έρθουν, τι θαρρείς; Κάποιος λόγος θα υπάρχει που καθυστέρησαν."

"Πόσες μέρες έχουμε να δούμε άλλον άνθρωπο;" ρώτησε ο Άλλος.
"Κάμποσες. Αλλά δεν θα αργήσουμε να δούμε. Και τότε θα φύγω."
Ήταν ξαπλωμένοι, ο καθένας στη γωνιά του, με τις πλάτες τους γυρισμένες. Το υγρό μισοσκόταδο χάραζε χιλιόμετρα αποστάσεις ανάμεσά τους.

"Πόσες μέρες έχουν να μας φέρουν φαγητό;"  ρώτησε ο Δεσμοφύλακας.
"Θα 'ναι πάνω από δέκα μέρες.", απάντησε ο Άλλος. "Σε ξέχασαν όλοι κι ακόμη δεν το έχεις καταλάβει! Τώρα πια είμαστε ίσοι!"
"Πάψε!" στρίγγλισε ο Δεσμοφύλακας. 
"Δεν πρόκειται να με ξεχάσουν! Άλλωστε αν ξεχάσουν εμένα θα ξεχάσουν κι εσένα! Δεν έχεις καταλάβει πως είσαι αρκετά σημαντικός για να σε ξεχάσουν; Αλλιώς δεν θα 'σουν εδώ, αλλιώς ούτε εγώ θα ήμουν εδώ."
Έπεσαν καταγής, ξέπνοοι απ' την πάλη. Έφερε το χέρι στη ζώνη, δίπλα στο όπλο του.
"Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς  πως τώρα είμαστε και οι δύο εδώ. Κι ο πιο δυνατός είμαι πάντα εγώ." 

"Θα 'λεγα πως έχουμε ολόκληρους μήνες εδώ μέσα. Πόσος χρόνος πέρασε;" ρώτησε ο Δεσμοφύλακας.
"Αρκετός ώστε να έχω πάψει να φοβάμαι."

Κάθονταν απέναντι, μέσα στο μισοσκόταδο.
"Ήρθε η ώρα, νομίζεις;" ρώτησε ο Άλλος.
"Ναι", απάντησε ο Δεσμοφύλακας απλώνοντάς του το χέρι.
"Ας φύγουμε".


Ταχιά ‘ρχεται χινόπωρος

Πέρα, επάνω στα σκοτεινιασμένα νέφη, μπορούσαμε να δούμε τα αχνά σώματα των ατμών καθώς υγροποιούνταν, έστεκαν λίγο μετέωρα κι έπειτα έπεφταν προς τα εμάς.
Έβρεχε.
Το νερό έγλυφε τρεμουλιαστά το γυμνό χώμα και οι πρώτες λακκούβες σχηματίστηκαν γύρω απ' τα ακίνητά μας πόδια. Σταθήκαμε μες τη βροχή, σε στάση προσοχής, ώρα πολλή. Το νερό χάιδευε τα μέτωπά μας δημιουργώντας μια προσμονή που ράγιζε τις ανάσες μας.

Έπειτα κάτι έσπασε στην ατμόσφαιρα, κάτι βαθύ και ευωδιαστό, έρωτας που χρόνιζε πάνω στις ροδιές περιμένοντας νερό και φρέσκο αγέρι. Η βροχή δυνάμωσε. Ολόγυρά μας, τα πιο βαθιά χρώματα ανέτειλαν τρυφερά. Μύρισε πράσινο χώμα, πεύκο, σύκο.

Βαθιά στη γη κάτι ανείπωτο σείστηκε απαλά σαν να γυρνούσε στο ένα πλευρό.

Έπειτα καταλάβαμε πως είχε φτάσει πια κι έπειτα ο χρόνος ανάσανε, άφησε το τραγούδι στα χείλη μας και περίμενε υπομονετικά να το φιλήσουμε...

Ο χ'μώνας κι ου χινόπωρος αντάμα τρών' και πίνουν
Κι κάλεσαν την άνοιξη να πάει να τη φιλέψουν
Κι η άνοιξη καμάρουνι-καμάρουνι δεν πάει
-Τι καμαρώνεις άνοιξη με τα λουλούδια από ‘χεις;
Εσύ έχεις ασπρολεύκαδα εγώ έχω παλικάρια
Εσύ έχεις τα τσιγκόδεντρα κι εγώ έχω τους γερόντους
Εσύ έχεις τις αγριογκορτσιές εγώ έχω τις μπαμπίτσες
Εσύ έχεις τις τριανταφυλλιές εγώ έχω τις νυφίτσες
Εσύ έχεις το βασιλικό εγώ έχω τα κοτσύφια
Εσύ έχεις τα μαυρόγιτσια, εγώ έχω τα παιδάκια
Ταχιά ‘ρχεται χινόπωρος και θα στα μαραγκιάσει.