Η κοιμωμένη

Στη γιορτή της άνοιξης δεν υπήρχαν πια λουλούδια. 

Τα μεγάλα χωράφια μάς θύμιζαν θάλασσες που είχαν στερέψει κι έμεναν άδειες, χωρίς να ξέρουν γιατί. Τραγουδούσαν ένα σιγανό, παραπονιάρικο τραγούδι που θύμιζε σαπισμένα φύλλα. Που θύμιζε κάτι που είχε χαλάσει κι είχε γίνει πια κακό. Κακό, σαν τις παγίδες που περιμένουν σιωπηλές το άγριο ζώο. 


Στη γιορτή της άνοιξης δεν υπήρχαν πια χοροί. 

Τα βήματα είχαν ξεχαστεί βδομάδες πριν, σε εκείνη τη σαρωτική χιονοθύελλα. Σε εκείνη τη χιονοθύελλα που είχε έρθει πασπαλίζοντας τον τόπο πεθαμένη άχνη. Άχνη που κάλυψε, έσβησε και τελικά εξαφάνισε τη μνήμη.


Στη γιορτή της άνοιξης υπήρχε πια μόνο η άνοιξη.

Η άνοιξη με τα θυμωμένα, σαρωτικά της δάχτυλα. Τα άπλωσε και σκάλισε μέσα μας τα υπόγεια, στάσιμα νερά. Τα νερά εκείνα που μυρίζουν βρεγμένα αρωματικά φυτά και πέτρες και σκοτεινά χώματα. Χώματα και πέτρες και νερά σκοτεινά, σαν τα πηγάδια που παραφυλάνε το βήμα του περαστικού. 


Ακόμη και χωρίς τα λουλούδια. Ακόμη και χωρίς τους χορούς.
Η άνοιξη παραφυλάει.


ΒΟΡΕΙΑ

Το τρένο μπαίνει στην ενδοχώρα: η ατμόσφαιρα βαραίνει συνεχώς από την υγρασία, βαριά κομμάτια ομίχλης κρέμονται από αόρατα σχοινιά. 

Οι φωνές στα βαγόνια έχουν σιγάσει πια. Καθόμαστε ήσυχοι στις θέσεις μας και κοιτάζουμε έξω. Το ξέρουμε πια ότι δεν έχουμε πουθενά αλλού να πάμε, έτσι καθόμαστε και κοιτάζουμε. Προχωράμε, το τοπίο αλλάζει. Βλέπουμε καμινάδες να καπνίζουν κι έπειτα όλο και λιγότερες, καθώς περνάμε από τις κατοικημένες περιοχές στις εγκαταλελειμμένες. Καθώς τα χωριά αδειάζουν και γεμίζουν και καθώς τα σπίτια γίνονται φαντάσματα, το τρένο κι εμείς προχωράμε. 

Ξεχασμένες καγκελόπορτες γεμάτες κισσό και μπαλκόνια ετοιμόρροπα, ίσα που διακρίνονται μέσα στο θάμπος. Μετά από λίγο σπίτια γεμάτα και θάμνοι κλαδεμένοι και γέλια παιδιών. 

Η εναλλαγή μάς φαίνεται παράλογη, αλλά από τα πρώτα βαγόνια έρχονται φήμες πως υπάρχει μόνο ένα πράγμα να περιμένουμε: μοιραία το χιόνι και η ομίχλη θα πυκνώσουν. Μοιραία τα κατοικημένα μέρη θα τελειώσουν, κι έπειτα θα τελειώσουν κι εκείνα που κάποτε είχαν κατοικηθεί. Θα συνεχίσουμε μόνοι στις περιοχές όπου δεν υπάρχει τίποτα. 

Στα παράθυρά μας έχουν αρχίσει πια να σχηματίζονται κρύσταλλοι. Οι φήμες τώρα πληθαίνουν: μιλούν για θάνατο, τέρατα και ανήκουστα, φριχτά μέρη.

Για το τι θα γίνει όταν οι ράγες θα τελειώσουν δεν υπάρχει φήμη. Προχωράμε,  το τρένο προχωρά βόρεια.

Πλανήτης

Όταν είχαν περάσει πια οι μέρες και όλοι είχαμε καταλάβει ότι αφού οι πομποί δεν λειτουργούσαν δεν θα μας έβρισκε ποτέ κανείς, βγήκαμε έξω.

Βάλαμε στην άκρη τους χάρτες και τις θεωρίες για το πού μπορεί να είχαμε συντριβεί και ελέγξαμε τα μέλη μας, αν είχαν πάψει όλα να πονούν από την πρόσκρουση. Αποθηκεύσαμε το ημερολόγιο καταστρώματος και μαζευτήκαμε στη γέφυρα για να δούμε τον Μηχανικό να ακυρώνει τη σφράγγιση του σκάφους. Κοιταχτήκαμε χωρίς να πούμε τίποτα και ξέραμε ότι είχε έρθει η ώρα.
    Ακούσαμε τις αλυσίδες και τα παξιμάδια της πόρτας να τρίζουν. Σηκώσαμε το χέρι μας να καλυφθούμε από το φως. Μυρίσαμε τον αέρα, που έφερνε μια γλυκιά, ξινή φρεσκάδα και πηδήξαμε.

Πηδήξαμε στο χώμα, αλλά το χώμα δεν ήταν εκεί.

Παραδέρνουμε μέρες μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα άγριων κλαδιών, χωρίς να μπορούμε πια να πούμε προς τα πού ήταν κάποτε ο ουρανός και προς τα πού θα επρεπε να ειναι το χώμα. Οι πληγές μας κλείνουν και ανοίγουν συνεχεια, σαν λουλούδια. Κάτω από το δέρμα μας έχουν πια παγιδευτεί φύλλα και μικρά κομμάτια ξύλου. Φωνάζουμε τους άλλους, προσπαθούμε να προχωράμε μαζί, κάποιοι έχουν μείνει πίσω, κάποιοι χάθηκαν ήδη.

Προσπαθούμε να μένουμε μαζί, αλλά κάποιοι λένε ότι δεν θα βρούμε το χώμα, ότι εδώ που πέσαμε δεν υπάρχει χώμα. Δυο απο αυτούς τους σκότωσαν. Το βράδυ μας κοιτάζουν παράξενα πλάσματα, τα μάτια τους λάμπουν στο σκοτάδι. Σκαρφαλώνουμε, προχωράμε, μένουμε μαζί και βλέπουμε μονο κλαδιά, κλαδιά, κλαδιά.




Τα Χαμένα Αγόρια

Στην πόλη τα αγόρια χάθηκαν.

Το λέγανε όλες οι τηλεοράσεις, το άκουγες παντού, στον δρόμο, στο μαγαζί και στο σπίτι- το έβλεπες. Ήταν μια εξαφάνιση την οποία έβλεπες. 

Είχε συμβεί προχθές, αν και κανείς δεν είχε καταλάβει ακριβώς το πώς. Φυσικά, είχαμε όλοι δει τα αγόρια να βγαίνουν. Από το σπίτι ή από την τάξη, τούς είχαμε δει να παρατάνε το παιχνίδι ή το κολατσιό, να σηκώνονται από τον ύπνο κι είχαμε ακούσει τα βήματα και τα παπούτσια τους. 

Όχι, δεν κάναμε τίποτα. Δεν φανταστήκαμε ότι θα μπορούσε να είναι κάτι σημαντικό, πώς θα μπορούσαμε; Ο καθένας μας έβλεπε ένα αγόρι να βγαίνει έξω. Ένα αγόρι να απομακρύνεται. Ο καθένας μας έβλεπε ένα μόνο αγόρι.

Πέρασαν ώρες μέχρι να υποψιαστούμε, μεχρι να μιλήσουμε, μεχρι να καταλάβουμε. Τα αγόρια είχανε φύγει. Κάποιοι μίλησαν για ένα παλιό παραμύθι με μια φλογέρα που μάγευε τα παιδιά. Άλλοι μίλησαν για το τελος της πόλης, άλλοι για πιο σκοτεινά και ενοχλητικά πράγματα που έκαναν τα δόντια μας να σφιχτούν και να τρίξουν. Οι φήμες ξεκίνησαν. Τούτη την ώρα σφίγγουν την πόλη στη πένθιμη αγκαλιά τους.

Ποδήλατα, χώματα, μπάλες και παγκάκια και παγωτά, όλα αφημένα. Τα κορίτσια μάς κοιτάζουν με βλέμμα παράξενο και σκοτεινό, τα έχουμε συνεχώς στο νου μας μήπως χαθούν και αυτά. Μας φαίνεται πως κάτι γνωρίζουν. Το βλέμμα τους μας τρομάζει, αλλά τα έχουμε πάντα στο νου μας.

Χθες στην πόλη χάθηκαν τα κορίτσια.


Τα τρίστρατα

Μερικές φορές την άνοιξη, στα τρίστρατα της περιοχής χάνονται ταξιδιώτες.

Συχνά δεν το καταλαβαίνεις καν, μόνο περνάς τυχαία από το σημείο και βλέπεις στα ριζά των δέντρων τα σημάδια του αφανισμού τους. Για τους άντρες είναι συνήθως το καπέλο ή το μπαστούνι  τους. Για τις γυναίκες είναι οι λεπτεπίλεπτες πλεξούδες τους, κομμένες αλφαδιασμένα, λες και κάθισαν πρόθυμα και πειθήνια μπροστά στο λεπίδι που τις έκοψε. Τα βλέπεις όλα αυτά τότε και ξέρεις ότι κάποιος ή κάποιοι χάθηκαν.
     Είναι ένα φαινόμενο ανεξήγητο, αλλά εμείς μάθαμε να ζούμε μαζί του.

Υπάρχουν θρύλοι που προσπαθούν να δώσουν εξηγήσεις, αλλά χάνονται στο παρελθόν και πλέον μιλούν για τόσες εκδοχές που είναι σαν να μην μιλούν καθόλου. Οι θρύλοι σιωπούν και οι ταξιδιώτες χάνονται. Εμείς ζούμε.

 Όμως τώρα τελευταία θεριεύει η φήμη ότι οι ταξιδιώτες δεν χάνονται, ότι στην πραγματικότητα κανείς ποτέ δεν χάθηκε. Λένε ότι τα τρίστρατα είναι τα μέρη που αφήνουν τα  πράγματά τους για να έρθουν σε μας, ότι αφήνουν τα καπέλα, τα μπαστούνια και τις πλεξούδες τους επειδή σε εμάς δεν υπάρχουν ούτε καπέλα, ούτε μπαστούνια ούτε πλεξούδες. Τα αφήνουν και μπαίνουν ανάμεσά μας και εμείς τους μιλάμε χωρίς να γνωρίζουμε. Τους ερωτευόμαστε χωρίς να γνωρίζουμε. 
     Μπολιάζουμε τα κορμιά μας στον έρωτά τους, χωρίς να γνωρίζουμε.
      
Οι ταξιδιώτες μυρίζουν βαριά, ανοιξιάτικα λουλούδια. Θα είναι ο αφανισμός μας.


Η κουρτίνα

Κοιτούσε από το παράθυρο το κόκκινο χρώμα. 
Δεν ήξερε ποιος λόγος την είχε σπρώξει να το κάνει αυτό, να τραβήξει εκείνη τη μέρα την κουρτίνα και να κοιτάξει έξω. Δεν το έκανε ποτέ, ακόμα κι αν ήθελε. Ακόμα κι αν κάποιες φορές το να κοιτάξει έξω από το παράθυρο ήταν το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να την κρατήσει λογική.

Κανείς δεν κοίταζε έξω από κανένα παράθυρο πια.

Δεν ήταν επειδή έτσι δεν πήγαινε ο νους σου σε όσα συνέβαιναν εκεί έξω, όχι, δεν ήταν καθόλου γιατί δεν ήξερες. Ήξερες, ήξερες παρά πολύ καλά τι γινόταν εκεί έξω. 

Δεν ήταν ούτε γιατί προσπαθούσες να το ξεχάσεις - δεν γινόταν, δεν μπορούσες να το ξεχάσεις έτσι κι αλλιώς.  

Γιατί το μάτι σου έπεφτε στην κουρτίνα. Η κουρτίνα ήταν παντού.
Η κουρτίνα σε θυμόταν πάντα.

Όσες φορές κοιτούσες την κουρτίνα -κι ήταν πολλές, παρά πολλές οι φορές που το βλέμμα σου έπεφτε πάνω της μέσα στο σπίτι- ήξερες, θυμόσουν το έξω. Τι κι αν η μόνωση έπνιγε τις κραυγές και τους γδούπους, τι κι αν τους έκανε να μην είναι ήχοι, εσύ τους άκουγες. Τι κι αν η κουρτίνα έκρυβε, εσύ έβλεπες. Η κουρτίνα γινόταν διάφανη.

Τελευταία τα κτίσματα είχαν αρχίσει να χτίζονται χωρίς τζάμια και χωρίς παράθυρα για να μην χρειάζεται η κουρτίνα. Χτίζονταν μόνο από μπετόν κι ενώνονταν με υπόγειες σήραγγες για να μην χρειαστεί να δεις ποτέ, ποτέ το έξω. Έτσι κάποια στιγμή, μοιραία, δεν θα υπήρχε πια η κουρτίνα κι ίσως τότε το έξω να μπορούσε και να ξεχαστεί για πάντα. 

Γιατί ήτανε δύσκολο, ήτανε πάρα πολύ δύσκολο να ζεις με την κουρτίνα και όλη εκείνη τη γνώση του έξω.

Κοιτούσε από το παράθυρο κι ένιωθε τη φρίκη να τη λυγίζει.

Το σπίτι του καλοκαιριού

«Άδειασε το ποτήρι.

Κάποτε τα καλοκαίρια τα χέρια μας ήταν πάντα κόκκινα από τα μούρα. Σκαρφαλώναμε, τρώγαμε μούρα και κοιτάζαμε άπληστα από τα παράθυρα τους ανθρώπους, ράθυμους μέσα στη ζέστη που έκανε τα πάντα να μυρίζουν θαρρείς περισσότερο. Σκαρφαλώναμε, τρώγαμε μούρα και κρυφοκοιτάζαμε τη ζωή.
     Εκείνο το μεσημέρι το βλέμμα μας στάθηκε σε ένα ορθάνοιχτο παράθυρο. Στο στρώμα δυο γυμνά σώματα έτρεμαν, από κάτι που μας ήτανε άγνωστο. Οι φίλοι μου γέλασαν και προχώρησαν στο επόμενο σπίτι. Εγώ έμεινα να κοιτάζω με πείνα εκείνο το ανεξήγητο, λαμπερό κυμάτισμα των κορμιών, όταν κατάλαβα πως δεν έλαμπαν από τον ιδρώτα αλλά από τις φλόγες. Μέσα σε μια μισοσκότεινη κάμαρα, μέσα στο αδηφάγο καλοκαίρι, δυο σώματα καίγονταν.
     Έτρεξα στην πλατεία, οι άντρες ήταν εκεί, τους είπα λαχανιασμένα ότι στο σπίτι του ξυλουργού δυο σώματα είχαν αρπάξει φωτιά, με κοίταξαν για λίγο, γέλασαν, γύρισαν αλλού. Κάθισα δίπλα στη βρύση και περίμενα.
    Πριν από τη μυρωδιά και τη στάχτη ήρθε η ζέστη. Για μια στιγμή νόμισα πως θα αρπάξουμε κι εμείς φωτιά. Έβαλα το κεφάλι μου κάτω από το νερό καθώς οι χωριανοί μου έτρεχαν προς το σπίτι που καιγόταν.


Αυτό είναι το καμένο μέρος όπου σου είπαν να μην πλησιάσεις και για το οποίο δεν μας αρέσει να μιλάμε. Κάποτε ήταν σπίτι. Κάποτε είχε ζωή και τώρα είναι μόνο στάχτη, γεμίζει τα μάτια σου σαν να θέλει να τα ξεράνει για να μην ξαναδείς πια. 
     Κατά καιρούς όλο και κάποιος λέει πως θα το καθαρίσει και θα το χτίσει, αλλά ποτέ κανείς δεν έκανε κάτι τέτοιο κι ούτε νομίζω ότι πρόκειται να το κάνει. Τα γύρω χωριά λεν ότι αυτό συμβαίνει γιατί στην πραγματικότητα φοβόμαστε. Αλλά εμείς ξέρουμε -δεν το λέμε αλλά το ξέρουμε- πως κατά βάθος θέλουμε να μείνει έτσι, για να μην ξεχαστεί ποτέ εκείνο που δεν πρέπει να ξεχαστεί.

Άδειασε το ποτήρι μου. Γέμισέ το.»

Μαύρη μεγάλη θάλασσα

Τα φυλλώματα σάλευαν αργά, θρόιζαν, κομμάτιαζαν το φως κι έριχναν πάνω μας την τρεμάμενη σκιά τους.
     Δεν προσέχαμε. Ο νους μας έτρεχε.

Ονειρευόμασταν πλοία, θάλασσες ήρεμες και άγνωστα, νυχτωμένα νησιά. 
     Σκεφτόμασταν βράχια και συκιές, βρεγμένα σκοινιά και αρμύρα λευκή, να λάμπει στον ήλιο. 
     Σφυρίζαμε τα ληστρικά τραγούδια των ταξιδευτών και δύαμε μόνοι, τόσο μόνοι όσο κι η θάλασσα που θέλαμε.

Θέλαμε να της μοιάσουμε.

Ξαπλώναμε στο χορτάρι, δεν βρίσκαμε τρόπο να αφήσουμε το σώμα μας. Λέγαμε "είμαστε ξένοι εδώ, το σώμα μας δεν είναι εδώ". Καμιά φορά κλαίγαμε. Μέναμε έπειτα με τα δάκρυα, να καίνε το δέρμα μας, σαν να μας έκαιγε η θάλασσα.

Ξαπλώναμε στο χορτάρι, ψάχναμε χώρο για το σώμα μας, πονούσαμε, κλαίγαμε θάλασσα.
     Τα φυλλώματα σάλευαν, θρόιζαν, οι σκιές κυμάτιζαν κι εμείς ήμασταν θάλασσα.

Ήμασταν θάλασσα.
     Χωρίς να ξέρουμε.

Σώματα και βιβλία

Η ιστορία έλεγε ότι δεν αφορούσε τον κόσμο μας. Ότι δεν αφορούσε κανένα κόσμο.
     Η ιστορία έλεγε, έλεγε τον εαυτό της.

Αυτά έγραφε το βιβλίο μας. Αγαπάμε το βιβλίο μας όπως αγαπάμε τα σώματα. Αγαπάμε τα σώματα που υποχωρούν, δέχονται και μαβίζουν, τα σώματα που πρέπει να τα διαβάσεις, που αδιαφορούν, αγαπάμε τα γραμμένα σώματα.
    Αυτά αγαπάμε στον κόσμο μας. Σώματα και βιβλία.


Αλλά είναι τώρα μέρες που μια φήμη απλώνεται: λέει βιβλία δεν υπάρχουν. Λέει τα βιβλία και τα σώματα είμαστε εμείς. Λέει τα σώματα είναι το γήπεδο και ο αφανισμός μας. Λέει υπάρχει μονάχα ο τρόμος.
     Η φήμη λέει, λέει τον εαυτό της.



Την έψαξαν οι γραφειοκράτες, οι υπερρεαλιστές κι οι επιστήμονες, την ψάξαμε οι μαραγκοί, οι μάγειρες και οι θαυματοποιοί. Ψάξαμε τη φήμη και λέμε υπάρχει η φήμη και υπάρχουν και τα βιβλία. Λέμε υπάρχουν τα σώματα και υπάρχει η αγάπη και υπάρχει ο τρόμος.

Λέμε υπάρχει ο τρόμος.
Και λέμε, λέμε τον εαυτό μας.

Ισοκράτημα

Όσο η μουσική παίζει, εμείς γράφουμε.

Είναι μια μουσική τόσο παράξενη που δεν είναι λόγια να την περιγράψεις, γιατί ό,τι και να πεις δεν θα είναι με τίποτα αρκετό, θα είναι κοινότυπο και λίγο και βλακώδες ταυτόχρονα. Ούτε όμορφη θα μπορούσες να την πεις, δεν είναι από εκείνες τις μουσικές που λες "μ΄αρέσει". Δεν είναι τέτοια μουσική. 
     Ίσως, ίσως και να μπορείς να πεις μονάχα πως η μουσική ανασαίνει, αλλά κι αυτό όχι με τρόπο ποιητικό -όχι επειδή ανασαίνει θύελλες και συναισθήματα και πόθους- αλλά επειδή απλά ανασαίνει. 
     Την ακούς να ανασαίνει δίπλα σου, σαν να είναι άνθρωπος.

Γράφουμε, τα δάχτυλά μας τρέμουν. Πρέπει να προλάβουμε, να προλάβουμε την μουσική πριν το λιγωμένο της τελείωμα, πρέπει να προλάβουμε.
      Κανείς δεν ξέρει ποτέ πόσο κρατά η μουσική κάθε φορά. Συνήθως τελειώνει τη στιγμή του πιο μεγάλου ξεσπάσματος.

Γράφουμε, τα δάχτυλά μας τρέμουν, τρέμουμε και προσπαθούμε να μην γυρίσουμε να κοιτάξουμε ποιος ανασαίνει δίπλα μας. Γράφουμε τις ιστορίες μας, που ποτέ δεν τελειώνουν όσο διαρκεί η μουσική.
     Έπειτα κρεμάμε τις μισοτελειωμένες ιστορίες στους τοίχους μας.

Έρχεται η επόμενη φορά, τα δάχτυλά μας πασχίζουν, τα μάτια μας δακρύζουν κι η μουσική ανασαίνει, ανασαίνει και τελειώνει.

Τις νύχτες, μέσα στο μισοσκόταδο, κοιτάζουμε τα κρεμασμένα χαρτιά να λάμπουν. Κοιμόμαστε,πιο μόνοι και λαμπεροί από ποτέ.

Μήνυμα που βρέθηκε διπλωμένο σε παλιό βιβλίο

Να με θυμάστε τυχαία
εμένα, που μόχθησα τόσο πολύ, τόσο βαθιά που κι ο αέρας μου ακόμη άλλαξε χρώμα-
έγινε μαβής, μαβής της ελαφριάς κάκωσης.

Να με θυμάστε τυχαία,
όπως θυμάστε εκείνον τον τυφλό που ανεβαίνει πάντα το ίδιο πεζοδρόμιο,
πάντα προς στην ίδια κατεύθυνση
και κανένας δεν ξέρει- καν ένας.
Πότε άραγε να επιστρέφει.

Τι να κάνει τα χέρια του τα έρημα σαν συντρίμμια.


Να με θυμάστε τυχαία,
εμένα, που τόσο λίγα αξιώθηκα
που έζησα κι έζησα κι έζησα
λίγο εκεί, λίγο δίπλα στην ομορφιά,
τόσο λίγο, τόσο πολύ δίπλα στην ομορφιά,
Α! στην ομορφιά.

Να με θυμάστε μόνο τυχαία 

Ξεχειμώνιασμα ΙΙ


Οι σταγόνες πέφτουν μία-μία, σαν να ξεχάστηκαν. Σαν να αφαιρέθηκαν εκεί πάνω, στα νέφη. Σαν να κοιμήθηκαν μέσα στο νερό τους και ξαφνικά να ξύπνησαν.
    Πέφτουν μία-μία.

Δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε άλλο πια. Οι μουσικοί ανεβοκατεβάζουν τα δοξάρια -τα χέρια τους- λες και μαστιγώνουν κάτι αόρατο. Τα πόδια των χορευτών ματώνουν τις πέτρες στην προσπάθειά τους να κρατήσουν τα βήματα. Η γιορτή δεν αντέχει άλλο, θέλει να τελειώσει, έστω και μόνη της.
     Δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε άλλο πια.

Ξέρουμε πως αυτό δεν θα κρατήσει για πάντα- το ξέρουμε, όλοι το ξέρουν. Ξέρουμε πως θα έρθουν τα πουλιά και η άνοιξη και ο έρωτας. Το φως που θα διαθλάται στα νερά σε χιλιάδες πιστολιές. Οι γλυκιές μυρωδιές, τα μάγουλα που θα κρύβουν μόνο χαμόγελα και η μουσική. Θα έρθουν, το ξέρουμε. Τα ξέρουμε όλα αυτά. Ζούμε το τέλος.
     Μόνο που δεν μας μένει πια τι άλλο να κάνουμε μέχρι εκεί.

Θα προσευχηθούμε στις πασχαλιές, θα ματώσουμε λίγο ακόμη τη φτέρνα μας, θα κοιτάξουμε για λίγο ακόμη τη βροχή. 
     Και θα συνεχίσουμε πάντα να μην έχουμε ποτέ, να μην ξέρουμε ποτέ τι άλλο να κάνουμε.
     


Τα λόγια που λέγαμε μόνο στους Ξένους.

Θα είναι εκεί, στη γωνία. Ναι, σου λέω, εκεί ακριβώς. Σε ένα μικρό, μικρό μπουκάλι που μόλις θα γυαλίζει μες το σκοτάδι.
     Οχι, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να μην το δεις. Καμία, όχι.
     Αλλά για να το δεις θα πρέπει πρώτα να ακολουθήσεις τις οδηγίες πολύ, μα πάρα πολύ προσεκτικά:

Πάτησε πέντε ρίζες δυόσμου, τσάκισ´ τες, να βγάνουν τ´ άρωμα στα πόδια.

Κύκλωσε τρία πηγαδια, τρεις φορές, λέγοντας το τραγούδι της αράχνης συνεχώς, μέχρι να τα τελειώσεις.

Τρίψε στα μάτια σου μολόχα και στους αγκώνες λίγη λάσπη, έπειτα ένωσε τα υλικά και σφράγισε τρύπα μυρμηγκοφωλιά με κόκκινα μερμήγκια.

Λίγο πριν φτάσεις στην καγκελόπορτα κάλυψε το κεφάλι σου με μάλλινο λευκό, περπάτα δίχως να κοιτάς και δίχως να μιλήσεις, περπατά δίπλα απ´ τη μουριά και γύρω από την φτέρη.

Πάρε της πύλης το κλειδί μον´ από χέρι αφίλητο.

Ξεκλείδωσε και μπες.


Εδώ σταματούν οι οδηγίες ,ναι. Όχι, μετά δεν ξερω.

Όχι, δεν ξερω.

Όχι.

Το όνειρο που βλέπαμε κάθε βράδυ

Όλα εκείνα που δεν ζούσαμε και όμως έμοιαζαν τόσο κοντά, τόσο δίπλα μας λες και ήτανε δικά μας.
    Όλα εκείνα που όμως δεν ηταν πραγματικά δικά μας και είχαν εκείνη την ανείπωτη, αφόρητη ομορφιά.
    Όλα εκείνα, λέει, είχανε γεύση.

Είχανε τη γεύση των μεγαλουπόλεων, εκείνη την αστραφτερή, που σκάει στο στόμα όλο ευτυχία και λάμψη και γέλια. Είχανε τη γεύση πρωτοφιλητων στομάτων και λυγμών και ανάσας που κόβεται με δυόσμο. Ανάσας που κόβεται με δυόσμο και φιλιού και χεριού που έρχεται για να μείνει.
    Είχανε τη γεύση χεριού που έρχεται για να μείνει.
 
Τέτοια γεύση είχανε όλα εκείνα που δεν ζούσαμε, όλα εκείνα που καμιά φορά τα νιώθαμε δίπλα μας, σαν φαντάσματα: είχανε, λέει, γεύση.
 
Και πάλι δεν είχανε τη γεύση:
   Της θλίψης και των πόλεων του χαμού και του κάδου. Τη γεύση του βιβλίου που δεν διαβάστηκε. Δεν είχανε τη γεύση της άκρης του πεζοδρομίου που συσσωρεύει όλη την βρώμιά των παπουτσιών, όλα εκείνα τα περισσευούμενα των βιαστικών βημάτων και των αυτοποιημένων λόγων.
    Δεν είχανε, δεν είχανε τη γεύση της μεγάλης μοναξιάς: του πιο θλιμμένου τέρατος που τρύπωσε ποτέ στα υπόγεια όπου ζούνε οι άλλες, οι πραγματικές πόλεις.

Είχανε, λέει, γεύση όλα εκείνα. Όλα εκείνα που δεν ήτανε δικά μας, είχανε γεύση.

Και το όνειρο τελείωνε πάντα με βροχή.

Ιστορίες αγάπης (ΙΙΙ)

Κάποτε περπατήσαμε εδώ, όταν κρατούσαμε το χέρι εκείνο που καταύγαζε τις μέρες και τις έπλενε με ασήμι.
     Κρατούσαμε ένα χέρι και λέγαμε: να ο μεγάλος έρωτας.

Κι όταν ο έρωτας κόπηκε, τότε μόνο καταλάβαμε γιατί παλιά οι σπλαχνικοί θεοί μεταμόρφωναν τους πληγωμένους σε δέντρα, πουλιά ή ουράνια σώματα.

Εμείς, μη μπορώντας να λάμψουμε, ν' ανθίσουμε ή να πετάξουμε, ξεχάσαμε.

Κι όσο ο χρόνος διέβρωνε τη μνήμη,
     κι όσο η αγάπη πάσχιζε να τη διατηρήσει,
     χάσαμε την εικόνα του Άλλου, μάς ξεθώριασε. Και ξεθωριάσαμε κι εμείς στη θύμησή του.

Πάψαμε να είμαστε άνθρωποι, γίναμε ο ένας ο μύθος του άλλου.

Γίναμε μύθοι.



Ιστορίες για το τέλος

Ήτανε λέει η τελευταία ημέρα του κόσμου, όχι η τελευταία πριν το χάος, η τελευταία πριν τον επόμενο.

Περιμέναμε στο λιμάνι τα πλοία που είχαν ήδη αρχίσει να φαίνονται στον ορίζοντα, μεγάλα και σκοτεινά, με φουγάρα τόσο ψηλά που τα έκαναν να μοιάζουν σαν πύργοι κάποιας φανταστικής, απίθανης πολιτείας.
     Ήτανε μέρες που κάποιοι από εμάς είχαμε ετοιμάσει τα υπάρχοντα μας με ανυπομονησία, μέρες που άλλοι ούρλιαζαν στα ραδιόφωνα από φόβο εκτοξεύοντας κινδύνους και απειλές, που άλλοι σώπαιναν, άλλοι χαμογελούσαν, άλλοι έτρεμαν. 

     Ο κόσμος τελείωνε και ένας επόμενος άρχιζε.

Στο δημαρχείο της πόλης το σύστημα των ρολογιών που έθετε τα πάντα σε κίνηση είχε ήδη αρχίσει να ξεχαρβαλώνεται, τεράστια γρανάζια έπεφταν κάθε τόσο από δω κι από κει κι έπρεπε να προσεχείς πολύ, πολύ όταν πλησίαζες το σημείο εκείνο. Οι πελώριοι γυαλιστεροί δείκτες γυρνούσαν όλο και δυσκολότερα και ήταν φανερό πως δεν θα περνούσε πια πολύ ώρα μέχρι κάποιος από αυτούς να πέσει εντελώς στο έδαφος, συμπαρασύροντας τα πάντα στο τελεσίδικο λιώσιμό τους.

Τα πλοία πλησίαζαν, οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν, πώς θα ήταν ο επόμενος, έλεγαν, ίσως και να μην είχε καθόλου ρολόγια, ίσως και να δούλευε με φως ή με αέρα, ίσως και να μπορούμε να πετάμε ή να κάνουμε κάτι άλλο που ως τα τώρα δεν μπορούσαμε,
     κι αν, αν έλεγαν κάποιοι δεν υπάρχει, αν δεν υπάρχει τελικά επόμενος;

Επειτα όλα έγιναν γρήγορα, τα ρολόγια γκρεμίστηκαν, τα πλοία έφθασαν, φύγαμε, είδαμε να πέφτει μια μαύρη, λασπώδης βροχη, είδαμε απο μακριά τον άλλο, τον επόμενο κοσμο, ακούσαμε το σύστημα των ρολογιών του να μπαίνει σε λειτουργία, πατήσαμε το χώμα του και πήραμε τον δρόμο για το σπίτι μας.



Ερωτικό

Έτρεμε το χέρι του, μασούσε ψέμματα, ηταν στραμμένος προς τον χειμώνα και μου 'λέγε "κοίταξε".
     Μου έλεγε "κοίταξε" και μου άπλωνε το χέρι του, που έτρεμε λες και δεν ηταν μέρος του κόσμου μας.

Κοιτούσα προς την άλλη πλευρά, τη θαλασσινή, εκεί που ξάπλωναν τα σώματα των καλοκαιριών γυμνά και ράθυμα, γεμάτα πληγές για να θυμούνται, γεμάτα μνήμη και χώμα και την πίκρα του απογεύματος. 

Μου άπλωνε το χέρι, φοβόμουν να το αγγίξω, νόμιζα οτι θα ηταν τόσο υγρό που θα μπορούσε να πλύνει το δικό μου και να μου πάρει τη μυρωδιά μου, δεν ήθελα να τη χάσω, ήξερα που ήθελε να μου πάρει τη μυρωδιά μου. Έσφιγγα τα δόντια μου και συνέχισα να κοιταζω τα θαλάσσια τέρατα να υψώνονται και να πέφτουν ατελείωτα. "Κοίταξε", έλεγε. 
     Πίσω, στη βάση του λαιμού μου, ένιωθα το ψύχος να έρχεται απ' το μέρος του χειμώνα, χάιδευε το σβέρκο μου η φρέσκια του πνοή, ήθελα να γυρίσω, ήθελα τον χειμώνα αλλα φοβόμουν τα μάτια του, αν με κοίταζαν τα μάτια του θα ήτανε για πάντα, για πάντα μέχρι να εξαντληθούν όλες οι εικόνες, μέχρι να εξαντληθούν όλες οι ομορφιές.


Κι έξαφνα όλα τελείωσαν, ήρθε ο χειμώνας ορμητικός με μια τρομερή βουή, μας τύλιξε στο χιόνι, τα χέρια μπλέχτηκαν, μας σήκωσε και μας πέταξε πέρα απ' τα βουνά, εκεί που βλέπεις μόνο λευκό. Μόνο λευκό και νερό και κάπου στο βάθος ένα σημείο που πρέπει να ειναι η αρχή των μύθων.


Τι έλεγε συνέχεια

Ήταν το χώμα της γης μου.
     Μύριζε δυόσμο και απέθαντες ομορφιές και μύθους.
     Τ' άγγιγμά της ήταν του ακατέργαστου μεταξιού κι όταν βάδιζες πάνω του άκουγες το πάτημά σου ν' αντηχεί σε απίθανα βάθη και σε νερά.
     Η γη μου δεν υπάρχει πια.

Τούτος δεν είναι ο κόσμος ο πραγματικός, είναι ένα όνειρο με πόνους και λύματα, με μπόχα και αρρώστια, με άλλους ανθρώπους που λένε εμμονή, έχεις εμμονή...
     Λένε εμμονή μόνο και μόνο για να ξεχάσω το χώμα μου και να χαθεί για πάντα η αλήθεια, δεν θέλουν, λένε την αλήθεια, λέω δεν θέλουν πίσω την αλήθεια, εκείνη που το χώμα μου κρατά, που μόνο το χώμα μου θα γεννήσει πάλι...

     Όμως εχθές βρέθηκαν δυο σπόροι, δεν ξέρω τι σπόροι ήταν, ήρθαν και με βρήκαν μόνοι τους, περπατούσα και τους βρήκα, δυο βρώμικοι μικροί σπόροι.
     Και μετά, στον ύπνο μου, είδα τους δυο σπόρους να μου ζητάνε το χώμα μου για να καρπίσουν, αλλά να καρπίσουν ανάποδα, να καρπίσει το χώμα μέσα από τους σπόρους, να απλωθεί παντού, να καταλάβει τα πάντα και να ξαναχτίσει τη γη μου.

Σήμερα φύτεψα τους σπόρους.

Σήμερα φύτεψα τους σπόρους.



ιστορικός μέλλοντας


Εκείνη τη μέρα τη θυμόμαστε.


Ίσως γιατί η βροχή που θα πέσει θα ‘ναι μαζί με ήλιο, με τόσο ήλιο που δεν θα ξέρεις αν αυτά που θα ξεπλένουν τα πάντα θα ‘ναι τα νερά ή το φως.

Ίσως γιατί τα χέρια που θα μας χτενίσουν θα ‘ναι πορφυρά, πορφυρά και λεπιδοφόρα και θα μας χτενίσουν για πρώτη φορά και θα φέρουν στον κόσμο τ’ αληθινά, τα πραγματικά μας μαλλιά.

Ίσως γιατί θα δαγκώσουμε πρώτη φορά τη λέξη πριν την πούμε κι έτσι θα νιώσουμε έξαφνα την άγνωστη, μυστική της γεύση.

Ίσως, πάλι, γιατί εκείνη η μέρα θα ‘ναι η μέρα που θα μας βρει η ποίηση, τ’ ανείπωτα κι η αγάπη, 
η μέρα που κάποτε ήρθε, ή κάποτε θα έρθει, ή θα έρχεται ξανά και ξανά και που ίσως κάποια στιγμή θα μπορούμε να πούμε γι' αυτήν πως έχει έρθει.



Εκείνη τη μέρα
           τη θυμόμαστε.


Ιστορίες πριν γραφτούν

Από αυτή την πλευρά, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, θα μπούνε τ' αγριάμπελα.
     Φιδογυριστά, ίσαμε το ψήλωμα κι έπειτα πάλι μέχρι τη θάλασσα, να κρεμάνε τα βαριά σώματά τους πάνω απ' το χώμα, να σκάνε σταφύλια μέλι, να βάφουν τις πέτρες και τα ζωύφια κόκκινο, λιγοθυμιά και μύθους.


Δίπλα θα μπούνε τα σπίτια.
     Με τις αυλές στη σκιά των δέντρων, να βρέχει και ν' αστράφτουν οι πλάκες τους φως και σκιά. Να 'ρχονται οι άντρες με τα βαριά χέρια να ζυμώνουν τα σώματα των γυναικών, κάτι ανείπωτο να τρέμει για μια στιγμή, κάτι με λίγο γέλιο και λίγο πόθο και σύννεφα.


Πίσω, η θάλασσα.
     Να ντύνει λάμψη σώματα και βότσαλα, οστρακόδερμα και παλιά ξεχασμένα τραγούδια. Να τρέφει ξόρκια, έρωτες δεμένους στο μαντήλι, στα ιστία και στα βράχια τα σκοτεινά, εκείνα που μένουν μόνα, που βραδιάζουν με τους λυγμούς τους και ξημερώνουν αρμύρα και λησμονιά.


Μετά τα πάντα θα είναι έτοιμα.

Τότε θα 'ρθει η φωτιά
                        και θα ξεκινήσουν όλα.