Τα τρίστρατα

Μερικές φορές την άνοιξη, στα τρίστρατα της περιοχής χάνονται ταξιδιώτες.

Συχνά δεν το καταλαβαίνεις καν, μόνο περνάς τυχαία από το σημείο και βλέπεις στα ριζά των δέντρων τα σημάδια του αφανισμού τους. Για τους άντρες είναι συνήθως το καπέλο ή το μπαστούνι  τους. Για τις γυναίκες είναι οι λεπτεπίλεπτες πλεξούδες τους, κομμένες αλφαδιασμένα, λες και κάθισαν πρόθυμα και πειθήνια μπροστά στο λεπίδι που τις έκοψε. Τα βλέπεις όλα αυτά τότε και ξέρεις ότι κάποιος ή κάποιοι χάθηκαν.
     Είναι ένα φαινόμενο ανεξήγητο, αλλά εμείς μάθαμε να ζούμε μαζί του.

Υπάρχουν θρύλοι που προσπαθούν να δώσουν εξηγήσεις, αλλά χάνονται στο παρελθόν και πλέον μιλούν για τόσες εκδοχές που είναι σαν να μην μιλούν καθόλου. Οι θρύλοι σιωπούν και οι ταξιδιώτες χάνονται. Εμείς ζούμε.

 Όμως τώρα τελευταία θεριεύει η φήμη ότι οι ταξιδιώτες δεν χάνονται, ότι στην πραγματικότητα κανείς ποτέ δεν χάθηκε. Λένε ότι τα τρίστρατα είναι τα μέρη που αφήνουν τα  πράγματά τους για να έρθουν σε μας, ότι αφήνουν τα καπέλα, τα μπαστούνια και τις πλεξούδες τους επειδή σε εμάς δεν υπάρχουν ούτε καπέλα, ούτε μπαστούνια ούτε πλεξούδες. Τα αφήνουν και μπαίνουν ανάμεσά μας και εμείς τους μιλάμε χωρίς να γνωρίζουμε. Τους ερωτευόμαστε χωρίς να γνωρίζουμε. 
     Μπολιάζουμε τα κορμιά μας στον έρωτά τους, χωρίς να γνωρίζουμε.
      
Οι ταξιδιώτες μυρίζουν βαριά, ανοιξιάτικα λουλούδια. Θα είναι ο αφανισμός μας.


Η κουρτίνα

Κοιτούσε από το παράθυρο το κόκκινο χρώμα. 
Δεν ήξερε ποιος λόγος την είχε σπρώξει να το κάνει αυτό, να τραβήξει εκείνη τη μέρα την κουρτίνα και να κοιτάξει έξω. Δεν το έκανε ποτέ, ακόμα κι αν ήθελε. Ακόμα κι αν κάποιες φορές το να κοιτάξει έξω από το παράθυρο ήταν το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να την κρατήσει λογική.

Κανείς δεν κοίταζε έξω από κανένα παράθυρο πια.

Δεν ήταν επειδή έτσι δεν πήγαινε ο νους σου σε όσα συνέβαιναν εκεί έξω, όχι, δεν ήταν καθόλου γιατί δεν ήξερες. Ήξερες, ήξερες παρά πολύ καλά τι γινόταν εκεί έξω. 

Δεν ήταν ούτε γιατί προσπαθούσες να το ξεχάσεις - δεν γινόταν, δεν μπορούσες να το ξεχάσεις έτσι κι αλλιώς.  

Γιατί το μάτι σου έπεφτε στην κουρτίνα. Η κουρτίνα ήταν παντού.
Η κουρτίνα σε θυμόταν πάντα.

Όσες φορές κοιτούσες την κουρτίνα -κι ήταν πολλές, παρά πολλές οι φορές που το βλέμμα σου έπεφτε πάνω της μέσα στο σπίτι- ήξερες, θυμόσουν το έξω. Τι κι αν η μόνωση έπνιγε τις κραυγές και τους γδούπους, τι κι αν τους έκανε να μην είναι ήχοι, εσύ τους άκουγες. Τι κι αν η κουρτίνα έκρυβε, εσύ έβλεπες. Η κουρτίνα γινόταν διάφανη.

Τελευταία τα κτίσματα είχαν αρχίσει να χτίζονται χωρίς τζάμια και χωρίς παράθυρα για να μην χρειάζεται η κουρτίνα. Χτίζονταν μόνο από μπετόν κι ενώνονταν με υπόγειες σήραγγες για να μην χρειαστεί να δεις ποτέ, ποτέ το έξω. Έτσι κάποια στιγμή, μοιραία, δεν θα υπήρχε πια η κουρτίνα κι ίσως τότε το έξω να μπορούσε και να ξεχαστεί για πάντα. 

Γιατί ήτανε δύσκολο, ήτανε πάρα πολύ δύσκολο να ζεις με την κουρτίνα και όλη εκείνη τη γνώση του έξω.

Κοιτούσε από το παράθυρο κι ένιωθε τη φρίκη να τη λυγίζει.

Το σπίτι του καλοκαιριού

«Άδειασε το ποτήρι.

Κάποτε τα καλοκαίρια τα χέρια μας ήταν πάντα κόκκινα από τα μούρα. Σκαρφαλώναμε, τρώγαμε μούρα και κοιτάζαμε άπληστα από τα παράθυρα τους ανθρώπους, ράθυμους μέσα στη ζέστη που έκανε τα πάντα να μυρίζουν θαρρείς περισσότερο. Σκαρφαλώναμε, τρώγαμε μούρα και κρυφοκοιτάζαμε τη ζωή.
     Εκείνο το μεσημέρι το βλέμμα μας στάθηκε σε ένα ορθάνοιχτο παράθυρο. Στο στρώμα δυο γυμνά σώματα έτρεμαν, από κάτι που μας ήτανε άγνωστο. Οι φίλοι μου γέλασαν και προχώρησαν στο επόμενο σπίτι. Εγώ έμεινα να κοιτάζω με πείνα εκείνο το ανεξήγητο, λαμπερό κυμάτισμα των κορμιών, όταν κατάλαβα πως δεν έλαμπαν από τον ιδρώτα αλλά από τις φλόγες. Μέσα σε μια μισοσκότεινη κάμαρα, μέσα στο αδηφάγο καλοκαίρι, δυο σώματα καίγονταν.
     Έτρεξα στην πλατεία, οι άντρες ήταν εκεί, τους είπα λαχανιασμένα ότι στο σπίτι του ξυλουργού δυο σώματα είχαν αρπάξει φωτιά, με κοίταξαν για λίγο, γέλασαν, γύρισαν αλλού. Κάθισα δίπλα στη βρύση και περίμενα.
    Πριν από τη μυρωδιά και τη στάχτη ήρθε η ζέστη. Για μια στιγμή νόμισα πως θα αρπάξουμε κι εμείς φωτιά. Έβαλα το κεφάλι μου κάτω από το νερό καθώς οι χωριανοί μου έτρεχαν προς το σπίτι που καιγόταν.


Αυτό είναι το καμένο μέρος όπου σου είπαν να μην πλησιάσεις και για το οποίο δεν μας αρέσει να μιλάμε. Κάποτε ήταν σπίτι. Κάποτε είχε ζωή και τώρα είναι μόνο στάχτη, γεμίζει τα μάτια σου σαν να θέλει να τα ξεράνει για να μην ξαναδείς πια. 
     Κατά καιρούς όλο και κάποιος λέει πως θα το καθαρίσει και θα το χτίσει, αλλά ποτέ κανείς δεν έκανε κάτι τέτοιο κι ούτε νομίζω ότι πρόκειται να το κάνει. Τα γύρω χωριά λεν ότι αυτό συμβαίνει γιατί στην πραγματικότητα φοβόμαστε. Αλλά εμείς ξέρουμε -δεν το λέμε αλλά το ξέρουμε- πως κατά βάθος θέλουμε να μείνει έτσι, για να μην ξεχαστεί ποτέ εκείνο που δεν πρέπει να ξεχαστεί.

Άδειασε το ποτήρι μου. Γέμισέ το.»