Τρώει τα σωθικά

Καθώς εξαφανίστηκαν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου σηκώθηκε άνεμος.
     Δεν ήταν ό,τι θα περίμενες κείνη την ώρα, ήταν κάτι παράξενο και αψύ που πίκριζε και σου 'δινε την εντύπωση πως θα μπορούσε να συρθεί μέχρι βαθιά στα κόκαλά σου και να μείνει για πάντα εκεί, γοητευτικό και κακόβουλο, δημιουργώντας συνεχώς νέους δεσμούς με τα κύτταρά σου. 
     Έπειτα ήρθαν οι πρώτες σταγόνες κι η βροχή άρχισε να πέφτει με μιαν αδιάφορη, υστερόβουλη ηρεμία αναρριγώντας νωχελικά το χώμα και τα χόρτα.

Τότε καταλάβαμε πως η ώρα που για καιρό τρέμαμε είχε πια έρθει. 
     Δεν ήταν η ώρα του τέλους.
     Ήταν η ώρα που θα έφταναν εκείνοι.

Με γουρλωμένα μάτια κοιτάξαμε γύρω μας.

"Είναι στο πηγάδι!" φώναξε κάποιος πνιχτά. Κάτι ανείπωτο έγδαρε το χώμα δίπλα μας.
    Οι ανάσες μας έβγαιναν απότομα και βεβιασμένα καθώς ο τρόμος απλωνόταν με βελούδινα, σχεδόν άκακα κύματα στην κοιλάδα.



Γυρισμένες πλάτες

Ήταν πολύ πρωί, τόσο πρωί που θα 'λεγες πως ήταν λίγο πριν γεννηθεί ο κόσμος.

Τριγύρω τα βουνά κρατούσαν το πρώτο χιόνι και τη δυσπρόσιτη, τη μοναδική υπόσχεση αιωνιότητας που τα μάτια θα μπορούσαν ποτέ να αντικρίσουν.

Έξω από τα διάφανα κρύσταλλα του κυκλικού περιπτέρου μπορούσαμε να δούμε στο εσωτερικό, τις φιγούρες τους. Κάθονταν ήρεμοι και γαλήνιοι, πίνοντας κόκκινο κρασί από μεγάλα ποτήρια και συνομιλώντας με λέξεις που ακόμη κι αν ακούγαμε ίσως να μην καταλαβαίναμε.
    Είχαμε κάνει πολύ δρόμο για να φτάσουμε εκεί, ψηλά στο κρυστάλλινο περίπτερο, στην ερημιά των θεών. Κουβαλούσαμε μαζί μας τις προσφορές, μέλι και κρέας, κάποιοι μάλιστα είχαν φορτωθεί στις πλάτες τους ολόκληρο το βιος τους και τώρα τ' ακουμπούσαν λαχανιασμένοι στο παγωμένο χώμα.

Όταν ο πρώτος χτύπησε το τζάμι δειλά δεν έγινε η παραμικρή κίνηση. Δεν σάλεψε κανένα κεφάλι μέσα στο περίπτερο, ούτε τόσο. Όταν οι επόμενοι χτύπησαν πιο δυνατά, τίποτα.
    Δεν πέρασε πολλή ώρα μέχρι να εκσφενδονιστούν προς το περίπτερο τα πρώτα βάζα με τα πρόσφορα, οι πρώτες πέτρες ή οι βαλίτσες που κάποιοι έσυραν μέχρις εκεί. Σε κάθε κρούση το ψυχρό υλικό υποδεχόταν τη μανία μας αδιάφορα και με απάθεια κι έμενε άθραυστο και αλώβητο, κλείνοντας πάντα μέσα του εκείνους που η μαγευτική τους ύπαρξη μας είχε κάνει να φτάσουμε τόσο μακριά κι οποίοι συνέχιζαν εκστατικοί να πίνουν κόκκινο κρασί από τα μεγάλα ποτήρια και να συνομιλούν με λέξεις που ακόμη κι αν ακούγαμε ίσως να μην καταλαβαίναμε.
 
Πέρασαν ώρες μέχρι να καταλαγιάσει η μανία μας και να αποφασίσουμε πως είναι ώρα να φύγουμε.
    Τότε ένα κορίτσι δίπλα μου έβγαλε κάτι μωβ τετράδια, άναψε μια φωτιά στη μέση του μονοπατιού κι άρχισε να καίει τα ποιήματά της μονολογώντας. Περιμέναμε όλοι σιωπηλοί, υπομονετικά, να σβήσει και η τελευταία φλογίτσα, να ξεψυχήσει και η τελευταία ψιθυριστή λέξη και κινήσαμε.

Ήταν πολύ πρωί, τόσο πρωί που θα 'λεγες πως ήταν λίγο πριν γεννηθεί ο κόσμος.

Το σπίτι με τους στεναγμούς


Κι αφού οι στεναγμοί ξεχάστηκαν απ' όλους έγιναν λέει περικοκλάδες κι αγκάλιασαν ένα πέτρινο σπίτι σε μια πράσινη πλαγιά, πιο κοντά στην απουσία παρά σ' οτιδήποτε άλλο. Εκεί ανθίζουν και μαραίνουν τ' άνθη τους καθώς ο κόσμος περιστρέφεται καταβροχθίζοντας αέναα τον χρόνο.

Λένε πως οι πέτρες λάμπουν απ' τους χυμούς και τη γύρη και πως η μυρωδιά τριγύρω είναι η μόνη που μπορεί να σκάψει βαθιά μέσα σου, μέχρι τα τελευταία απομεινάρια κείνου που ξέχασες πια τ' όνομά του μα κάποτε το 'λεγες μέλι, κορμί, πόθο κι έρωτα δηλητηριώδη.
Λένε ακόμα πως μοναχά οι τρελοί, οι ποιητές, οι περιπλανώμενοι σαλτιμπάγκοι και οι ωρολογοποιοί πιστεύουν στ' αλήθεια πως υπάρχει. 
Πως κάποιοι απ' αυτούς ψάχνουν μέχρι που λιώνουν τα ρούχα πάνω στο κορμί τους και μένουν πιο ορφανοί και θλιμμένοι από πριν.
Πως πάντα υπάρχει κάποιος που ορκίζεται να το ανακαλύψει.

Μα είναι το σπίτι με τους στεναγμούς κι είναι επικίνδυνο.
Αν πλησιάσεις λεν, πεθαίνεις. 
Από μυρωδιά. 
Από φως. 
Από έρωτα.
Από ομορφιά.

Μα είναι το σπίτι με τους στεναγμούς. 
Απρόσιτο, θανατηφόρο κι ετοιμοθάνατο.
Όπως τα λουδούδια του κι οι λέξεις.